ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
Στην ελεύθερη αυτή συνεδρίαση θα ασχοληθούμε με το τι είναι η συν-είδηση, δηλαδή το γνωρίζειν μαζί με κάποιον.
Ποιος είναι αυτός ο κάποιος, τι εννοούμε όταν λέμε ότι σκοπός του ανθρώπου είναι να λάβει συνείδηση του εαυτού του και τι σχέση έχει ο εαυτός και το εγώ.
Τι είναι το άτομο και τι η ενσυνείδητη ατομικότητα και ποιος είναι ο ρόλος τους στην δημιουργία της συνείδησης. Τι συμβαίνει με την έμφυτη παρόρμηση του ανθρώπου προς το καλό, το οποίο εκδηλώνει στα πρώτα βήματα της ζωής του και γιατί μετά αρχίζει μια αντίθεση και μια απομάκρυνση από την έμφυτη αυτή παρόρμηση προς το καλό.
Θα δούμε με παραδείγματα τα στάδια δημιουργίας της συνείδησης και πώς ο άνθρωπος μέσα από συγκρούσεις και ζυμώσεις δημιουργεί την ατομική του αλήθεια και πώς η ατομική αυτή αλήθεια θα μετουσιωθεί σε συνείδηση.
Τέλος θα δούμε ποια είναι τα στοιχεία εκείνα με τα οποία ο άνθρωπος οφείλει να συνθέσει την συνείδησή του.
Αυτά και άλλα ερωτήματα θα μας απασχολήσουν και θα επιχειρήσουμε να δώσουμε απαντήσεις σύμφωνα με την διδασκαλία μας.
Στη συνέχεια, μπορείτε να παρακολουθήσετε την σχετική ομιλία:
Επιπλέον της εικόνας, για όποιον επιθυμεί να κατοχυρώσει τα προαναφερθέντα νοήματα, ακολουθεί και το κείμενο της ομιλίας.
Αγαπητές αδελφές και αγαπητοί αδελφοί,
Η μύηση είναι η πορεία προς την Αλήθεια, είναι η συνεχής συνειδητοποίηση της Αλήθειας, η οποία μας οδηγεί προς την συνείδηση. Η λέξη συνείδηση είναι σύνθετη από το συν και οίδα (γνωρίζω), δηλαδή είναι το βλέπειν, το γνωρίζειν, μαζί με κάποιον κι επομένως όταν λέμε συνείδηση δεν εννοούμε το απλό γεγονός της αντίληψης.
Αρχικά ο άνθρωπος έχει μια, κατ’ αίσθηση αντίληψη των πραγμάτων και θα χρειασθεί αρκετός χρόνος και προσπάθεια για να αρχίσει να έχει την νοητική εικόνα που θα του επιτρέψει, αφ’ ενός να ξεχωρίζει τα αντικείμενα κι αφ’ ετέρου να έχει την εικόνα ή την παράσταση αυτών των αντικειμένων μέσα του.
Αυτό είναι μια ικανότητα του πνεύματος βαθύτερη και πιο συνειδητή, είναι μια ενέργεια της διάνοιας του ανθρώπου, η οποία του επιτρέπει να αντλεί από τη μνήμη διάφορες παραστάσεις αντικειμένων, ιδεών, εννοιών και νοημάτων, να τα συνδέει και να λύνει προβλήματα του εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου.
Η αντίληψη όμως, η διάνοια, η κατανόηση, η κρίση, με τα οποία προσδιορίζουμε τις σχέσεις μεταξύ δύο εννοιών, οι διάφορες εμπειρίες, η πείρα, η σύγκριση, η αναλογία κι αυτή ακόμα η γνώση είναι σταθμοί, είναι βοηθήματα για να φθάσουμε στη συνείδηση. Δεν είναι όμως αυτό που ζητάμε. Δεν είναι η συνείδηση του εαυτού μας. Δεν είναι το μεγάλο, δύσκολο και σχεδόν άλυτο πρόβλημα του ανθρώπου.
Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε για συνείδηση χωρίς να αναφέρουμε η τουλάχιστον να μην κάνουμε μνεία για το ΕΓΩ, καθότι η κύρια διδασκαλία των μεγάλων μυητικών σχολών ήταν η επιστήμη του ΕΓΩ, την οποία αποκαλούμε Συνείδηση.
Αναφέραμε στην αρχή ότι συνείδηση είναι να βλέπω και να γνωρίζω μαζί με κάποιον. Όταν συνεχώς επαναλαμβάνουμε το ΓΝΩΘΙ Σ’ ΑΥΤΟΝ κι όταν τονίζουμε ότι σκοπός του ανθρώπου είναι να λάβει συνείδηση του Εαυτού του και κατ’ επέκταση του Θεού, τι άραγε να σημαίνουν όλα αυτά?
Ποιος είναι αυτός ο Εαυτός, τον οποίο καλούμαστε να γνωρίσουμε και του οποίου να λάβουμε συνείδηση και ποιος είμαι εγώ, ο Άλφα, η ο Βήτα, που οφείλω να διαμορφώσω συνείδηση για να γνωρίσω τον Εαυτό μου και τι σχέση έχουμε οι δυο μας, ο Εαυτός μου κι εγώ?
Μεταξύ του Εαυτού μου και εμένα υπάρχει μια μύχια σύνδεση, μια αδιόρατη σχέση, την οποία θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε σαν μια σκιά, η οποία είναι ο αχώριστος σύντροφός μου. Είναι αυτός που με εμψυχώνει, με ζωογονεί, με προφυλάσσει. Αυτός είναι ένα μυστήριο, το οποίο υπερβαίνει την αντίληψή μου.
Εκείνο που μπορούμε και μάλλον πρέπει να καταλάβουμε πολύ καλά είναι ότι άλλο πράγμα είναι ο Εαυτός μου και άλλο εγώ. Κάθε άνθρωπος, μυημένος η βέβηλος, έχει βασικό καθήκον να γνωρίσει τον Εαυτό του και η γνωριμία με Αυτόν συνεπάγεται μια αλλαγή συνείδησης, μια διεύρυνση της συνείδησης του ανθρώπου.
Δεν μπορούμε όμως να λάβουμε συνείδηση του Εαυτού μας, δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε το «Γνώθι σ’ αυτόν» και δεν μπορούμε να διευρύνουμε τη συνείδησή μας αν δεν εξετάσουμε τον άνθρωπο στο σύνολό του, με όλες του τις υποστάσεις και καταστάσεις του και όλα τα μετέχοντα μέρη.
Ο άνθρωπος ως κοσμικό ον συνίσταται από δυο πρωταρχικές και αιώνιες αρχές, την Υπερουσία και την Ουσία. Προκειμένου το Υπερουσιαστικό ΕΓΩ να ενσαρκωθεί, κατερχόμενο περιβάλλεται από ένα σύνολο επενδυμάτων, το σύνολο των οποίων αποτελεί το άτομο, την προσωπικότητα του ΕΓΩ. Έτσι μέσα στην ουσία δημιουργείται ένας εντοπισμός, ένα ουσιαστικό η Φυσικό εγώ, το οποίο τελεί σε αντίθεση προς το Υπερουσιαστικό ΕΓΩ.
Όταν στο τάγμα λέμε ότι κάθε άνθρωπος οφείλει να δημιουργήσει την προσωπικότητά του εννοούμε ότι οφείλει να κατακτήσει το ΕΓΩ του, το Ανώτερο, η διαφορετικά, το Φυσικό η κατώτερο εγώ, να ενωθεί με το Υπερουσιαστικό ΕΓΩ.
Η ένωση αυτή είναι αρκετά δύσκολη, διότι το Φυσικό η κατώτερο εγώ φέρει μέσα του το στοιχείο του αποχωρισμού από την Υπερουσία, ο οποίος αποχωρισμός δημιουργεί την ατομικότητα, αυτό που λέμε άτομο.
Η ατομικότητα, το άτομο, είναι ένας εφήμερος σφετερισμός του Υπερουσιαστικού ΕΓΩ, απαραίτητος και αναπόφευκτος με καθορισμένο προορισμό να δανείζει τα μέσα και τα εφόδιά του στο συνειδητό ον, δηλαδή στο Υπερουσιαστικό ΕΓΩ.
Το φυσικό εγώ, ως άτομο, είναι το σύνολο των κρυφών και φανερών στοιχείων, τα οποία συνθέτουν την έννοια του ατόμου και του προσδίδουν ύπαρξη. Είναι δηλαδή οι γνώσεις του, η ιδιοσυγκρασία του, ο χαρακτήρας του, η νοοτροπία του, η ψυχοσύνθεσή του, τα αισθήματά του, η δύναμή του, τα οποία όλα, συν τω χρόνω, συνθέτουν την μοναδικότητα του ατόμου.
Η θέση, αυτή του αποχωρισμού, είναι για τον άνθρωπο εντελώς φυσική και απορρέει από το νόμο της ατομικότητας, δηλαδή της ανεπανάληπτης μορφής, πνευματικής, ψυχικής και υλικής, την οποία λαμβάνει κάθε άνθρωπος, ο οποίος γεννιέται, ζει και πεθαίνει.
Το Φυσικό λοιπόν η κατώτερο εγώ, με όλα αυτά που το συνθέτουν, αντιπροσωπεύει για κάθε άνθρωπο την ταυτότητά του, την ύπαρξή του κι έτσι, όπως επιβάλλει ο νόμος της δυάδας, το φυσικό εγώ νομοτελειακά αποτελεί το δεύτερο σκέλος της δυάδας, μαζί με το Ανώτερο Εγώ, προκειμένου, μέσω αυτών των αντιθέτων, να δημιουργηθεί η συνείδηση.
Για να φθάσει όμως ο άνθρωπος στη συνείδηση, μέσω των γνωστών μας βημάτων (εμπειρία, πείρα, κρίση, γνώση, συνείδηση) πρέπει να καλύψει η διαφορετικά να γεμίσει έναν εσωτερικό του χώρο, ο οποίος, σύμφωνα με τον ορισμό για την προσωπικότητα του ΣμΔ Δώρου, καλείται, Ενσυνείδητη ατομικότητα.
Αξιοποιώντας τώρα την εξαιρετική δυνατότητα που έχουμε, ως άνθρωποι, να λαμβάνουμε απόσταση από τον ίδιο μας τον εαυτό, ας φαντασθούμε αυτό το χώρο, ως έναν ιδεατό χώρο μέσα μας, ο οποίος περικλείει όλη την προσωπική μας γνώση, καθώς και τα διάφορα στάδια της εξέλιξής μας στο χρόνο.
Ο “χώρος” αυτός, κατά το πρώϊμο στάδιο της ζωής του ανθρώπου, είναι καθαρός και παρθένος, άγραφο χαρτί. Με την καταγραφή των πρώτων εμπειριών όμως, μία υποτυπώδης κρίση αρχίζει να αναφαίνεται, καθώς και κάποιες μορφές των πρώτων γνώσεών του.
Στη φάση αυτή τα πάντα χαρακτηρίζονται από την αγνότητα. Όταν λέμε αγνότητα στο πρώϊμο αυτό στάδιο δεν εννοούμε το αποτέλεσμα μιας συνειδητής επιλογής, αλλά μάλλον μια παρόρμηση του όντος (Εγώ), η οποία οδηγεί τον άνθρωπο να εκδηλώνει, στα πρώτα βήματα της ζωής του, το Καλό της καταγωγής του, το οποίο έχει μέσα του.
Αυτό οφείλεται, όπως γνωρίζουμε, στο ότι το πνεύμα είναι αγνό. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι κάποια έντονα στοιχεία του χαρακτήρα, από κληρονομικές και πλανητικές επήρειες, που έχουν σφραγίσει τις υποστάσεις, δεν θα αναφανούν και κατά το πρώϊμο αυτό στάδιο. Θέλει μεγάλη προσοχή τούτο να μην μας οδηγήσει στη πλανεμένη θέση ότι το πνεύμα δεν είναι αγνό. Απλά τα έντονα σφραγίσματα του χαρακτήρα διαμορφώνουν το ιδιαίτερο εκείνο χαρακτηριστικό, το οποίο μας διακρίνει και το οποίο θα μας απασχολήσει στην υπόλοιπη ζωή μας.
Γενικά όμως, αυτή η αγνότητα, από το έμφυτο Καλό, πολύ σύντομα, υπό την επήρεια του περιβάλλοντος και με την έξαρση της ατομικότητας, με τις αυξημένες ανάγκες που εμφανίζονται, θα αρχίσει να διαφοροποιείται και σταδιακά να χάνεται, αναγκάζοντας τον άνθρωπο και όσο η κρίση του αναπτύσσεται και ωριμάζει, να την αναζητήσει πάλι.
Στα πρώτα του αυτά βήματα, ο άνθρωπος, συνεπαρμένος από τα πρωτόγνωρα βιώματα, τα οποία στη φαντασία του λαμβάνουν μια ονειρική διάσταση, είναι ευτυχής κι αυτό τον ενθαρρύνει και τον ωθεί να συνεχίσει με περισσότερη ορμή αυτή την συγκομιδή εμπειριών και πληροφοριών, αξιοποιώντας τις αισθήσεις του κι από παιδί γίνεται έφηβος.
Κάπου εδώ όμως, η λίγο μετά, εντελώς ξαφνικά, κατά την διαδρομή προς την γνώση, η κατάσταση, αυτή, όπως την περιγράψαμε, αρχίζει να αλλάζει. Ενώ μέχρι τώρα οι έννοιες και τα νοήματα, τα οποία συνελάμβανε και καταγράφονταν στην αντίληψή του, είχαν μια ταύτιση προς την έμφυτη παρόρμησή του κι ένα προσανατολισμό προς το Καλό, τώρα αρχίζουν να διασπώνται και να έρχονται σε αντίθεση με την αρχική του παρόρμηση προς το καλό.
Πριν, στα πρώτα του βήματα, δεν υπήρχε το δύο, υπήρχε μόνον το ένα, με κάποιες αποκλίσεις κι αυτό το ένα ήταν εκείνο που του χάριζε μια βεβαιότητα, του εξασφάλιζε την ειρήνη και την ευτυχία. Τώρα, από την εφηβεία και μετά, αρχίζουν να εμφανίζονται ευθύνες, οι οποίες προηγουμένως δεν υπήρχαν. Τώρα εμφανίζεται μπροστά του, το μεγάλο προνόμιο, αλλά και η μεγάλη υποχρέωση να κάνει επιλογή, να διαλέξει και να αποφασίσει μεταξύ δύο.
Είχε πιστέψει, ότι οι γνώσεις που συγκέντρωνε, τον οδηγούν σε μεγαλύτερη ελευθερία και ευτυχία. Με απογοήτευση όμως τώρα βλέπει να διαψεύδεται. Σε κάθε του βήμα πλέον ορθώνεται συνεχώς για να τον σταματήσει μια δυάδα. Η Δυάδα: Καλό – κακό, Αλήθεια – ψεύδος, Αγάπη – Μίσος, Ωφέλιμο – επιβλαβές κλπ.
Εάν δεν απαντήσει στην προκλητική αυτή απαίτηση της Δυάδας, ο δρόμος δεν ανοίγει. Γνωρίζει επίσης, το νοιώθει βαθιά μέσα του, ότι πρέπει πάση θυσία να προχωρήσει, διότι, με τις προκλήσεις και αυξημένες ανάγκες που έχει, δε μπορεί να επιστρέψει πλέον στη προηγούμενη πρώϊμη κατάστασή του.
Μέχρι τώρα η γνώση του αφορούσε την διανοητική κατανόηση των πραγμάτων, συνδυασμένη με την απόδειξη, τώρα όμως αναζητάει μια πιο βαθιά και ουσιαστική επίγνωση των πραγμάτων.
Αγωνίζεται δηλαδή να αποκτήσει την γνώση της Αλήθειας και του Καλού, με την βοήθεια των αντιθέτων εννοιών. Διαπιστώνει ταυτόχρονα ότι οι λειτουργίες του σώματός του, της ψυχής του και του πνεύματός του, με τις ιδιότητές τους και με την θαυμαστή μεταξύ τους συνεργασία, του παρέχουν όλες τις δυνατότητες, τις οποίες αρχίζει να αξιοποιεί κι έτσι αρχίζει τη δημιουργία εμπειριών.
Με την επανάληψη των εμπειριών πραγματοποιείται μέσα του μια πιο εσωτερική εργασία αφομοίωσης των στοιχείων των εμπειριών του, η οποία τον οδηγεί σταδιακά στη λεγόμενη πείρα.
Στο επίπεδο αυτό, λαμβάνοντας χώρα η εργασία της παραβολής, επί των στοιχείων της πείρας, όπως μας την περιγράφει η διδασκαλία μας, αρχίζει να αναπτύσσεται η κρίση του και δομείται σταδιακά η γνωστική και συναισθηματική υποδομή του, δηλαδή το νοητικό και αισθητικό περιεχόμενό του.
Η πείρα και η κρίση, που σταδιακά αποκτά, καθορίζουν την νοοτροπία του και σε συνδυασμό με τον έμφυτο χαρακτήρα του, καθορίζουν τη συμπεριφορά του και το τρόπο ζωής του. Με την διαμόρφωση της κρίσης και του τρόπου ζωής του, η εργασία στον εαυτό του αλλάζει επίπεδο και γίνεται πιο εσωτερική. Διαμέσου, δηλαδή του ψυχικού ρευστού εγχαράσσονται στη νοητική και την αισθητική κατάσταση, όλα τα φιλτραρισμένα από την κρίση του πλέον στοιχεία της πείρας που αποκομίζει.
Η εγχάραξη αυτή συνιστά την γνώση, δηλαδή την ολοκληρωτική εγκαθίδρυση του νοητικού και αισθητικού περιεχομένου των στοιχείων της πείρας και της κρίσης. Δηλαδή η αισθητική και νοητική κατάσταση γεμίζουν με νοήματα και εικόνες που παριστούν μια κάποια πραγματικότητα, της οποίας τα σημεία οικοδομούν την γνώση.
Ένα παράδειγμα θα μας διαφωτίσει περισσότερο.
1. Όταν ο άνθρωπος αντικρύσει για πρώτη φορά ένα κομμάτι μάρμαρο, η λευκότητά του ελκύει το βλέμμα του. Πλησιάζει, το πιάνει και το ψηλαφίζει, το ανασηκώνει, υπολογίζει το βάρος του και, εν τη αφελεία του, πιθανόν και να το γευθεί. Αυτή η τόσο βαθειά εξέταση αρχίζει να του δίδει την εμπειρία του αντικειμένου και είναι το 1ο στάδιο προς την συνείδηση, η εμπειρία.
2. Η όψη του μαρμάρου, η αφή του, η οσμή και η γεύση του, αντανακλώνται στη διάνοια του ανθρώπου με μορφές αφηρημένες, οι οποίες συσσωρευόμενες στο εσωτερικό του, αποτελούν μια αναλογική εννοιολογική ταξινόμηση των διαφόρων αυτών εντυπώσεων, το σύνολον ή μέρος της οποίας αποτελεί την ανθρώπινη κρίση. 2ο στάδιο η κρίση.
Έτσι, όταν αργότερα αντικρύσει ένα κομμάτι αλάβαστρο, η προηγουμένη εντύπωση, που προκλήθηκε από την θέα του μαρμάρου, θα του δώσει να καταλάβει ότι εφ’ όσον το αντικείμενον το οποίον κεντρίζει αυτή τη στιγμή τη φαντασία του είναι ανάλογο προς το πρώτο, πρέπει να είναι σκληρό, λευκό, βάρους αναλόγου και ίσης αντοχής προς εκείνο. Tον ορισμό αυτό του τον έδωσε η κρίση του. Tα αισθητήρια του όμως όργανα θέλουν και πάλι να ελέγξουν το προϊόν αυτό της κρίσεως. Λαμβάνει πράγματι το κομμάτι από αλάβαστρο, το ζυγίζει, το ψηλαφίζει, το παρατηρεί επιμελώς από κοντά και αντιλαμβάνεται τότε ότι η κρίση του, αν και επλησίασε τη πραγματικότητα, δεν του έδωσε εντούτοις την ακριβή αντίληψη του αντικειμένου διότι, όπως διαπιστώνει τώρα, ο αλάβαστρος είναι μικροτέρας αντοχής από το μάρμαρο, λιγότερο βαρύς και τρίβει ευκολα, τα δε άτομα που τον αποτελούν είναι μεγαλύτερα, περισσότερο λαμπερά και διαφανή.
H νέα αυτή εμπειρία ανυψώνει την κρίση του προς ένα τελειότερο επίπεδο. Aν δε ο άνθρωπος εκδηλώνει με την κρίση εμφανή ατέλεια, τούτο οφείλεται στην ελλειψη εμπειρίας, η οποία του στερεί μεγάλο μέρος της τελειότητας της κρίσης.
3. Tο μάρμαρο και ο αλάβαστρος, των οποίων την πραγματικότητα εξέτασε και εμελέτησε ο άνθρωπος, δύνανται τώρα να αναπαρασταθούν στο διανοητικό επίπεδο, χωρίς τα δύο αυτά αντικείμενα να ευρίσκονται ενώπιον του. Eίναι πλέον σε θέση να τα βλέπει, να τα ψηλαφίζει, να τα οσφραίνεται και να τα δοκιμάζει με μια σειρά από εσωτερικές και ακατάληπτες λειτουργίες. Δύναται του λοιπού να έχει μέσα του πλήρη την εικόνα του μαρμάρου και του αλάβαστρου χωρίς τα αντικείμενα αυτά να είναι μπροστά του ή και κοντά του. Tο αποτέλεσμα όλης αυτής της ενέργειας του ανθρώπου είναι η γνώση, η οποία απορρέει απ’ ευθείας από την κρίση. Γνώση επομένως είναι η συνεχής αναπαράσταση μέσα μας της υλικής δημιουργίας που μας περιβάλλει. 3ο στάδιο η γνώση.
4. Ετσι η θέα του μαρμάρου και του αλαβάστρου, οι αμοιβαίες αυτών διαφορές και η διαφορά που υπάρχει μεταξύ αυτών και του εαυτού του, δημιουργούν στον ανθρωπο τη συνείδηση ότι το μάρμαρο δεν είναι αλάβαστρος, ότι ο αλάβαστρος δεν είναι μάρμαρο, ότι ο ίδιος δεν είναι ούτε μάρμαρο ούτε αλάβαστρο, ότι το μάρμαρο είναι μάρμαρο και ο αλάβαστρος αλάβαστρος, ότι ο εαυτός του είναι ο εαυτός του και ότι σε κάθε μια από τις καταστάσεις αυτές η εμπειρία του έδωσε τους λόγους για τους οποίους κάθε κατάσταση βασίζεται επί διαφορετικών αρχών και η γνώση του έδωσε τη συνείδηση της διαφοροποιήσεως αυτής. Τελευταίο στάδιο η συνείδηση.
Η συνεχής αυτή ροή εμπειριών και συνεπώς νέων γνώσεων, καθώς και οι άπειροι συνδυασμοί μεταξύ τους, δίδουν συνεχώς καινούργιο φως στην ύπαρξή του και στην πορεία του, αλλά ταυτόχρονα γεμίζουν και τον ιδεατό αυτό χώρο που αναφέραμε πιο πάνω. Οι θησαυροί της γνώσης που συλλέγει είναι ανεξάντλητοι.
Όλες οι εμπειρίες του, οι πράξεις του, τα συναισθήματά του, οι σκέψεις του, τα πιστεύω του, οι αρχές του, οι πλάνες του, οι αρνήσεις του, όλα είναι παρόντα σε ιδεατή μορφή σ᾽ αυτόν τον ιδεατό χώρο της ενσυνείδητης ατομικότητας.
Ερωτήματα σχετικά με τον σκοπό της ύπαρξής του, για την τύχη του, μετά την σύντομη επίγειο ζωή του, οι απαντήσεις σε αυτά, η ιδέα που έχει για τον κόσμο που τον περιβάλλει, για την σκοπιμότητά του, η πίστη του ή η άρνησή του, ως προς την ύπαρξη ενός προαιώνιου Αρχικού Αιτίου, όλες οι ιδέες με τις οποίες ήλθε σε επαφή, φιλοσοφικές, θρησκευτικές, επιστημονικές κλπ, όλες οι αιώνιες και πανανθρώπινες αξίες, κάθε ένα από αυτά κατέχει την δική του θέση στο “χώρο” αυτό, στην αποθήκη αυτή της γνώσεως του ανθρώπου.
Συχνά αναθεωρεί ορισμένες θέσεις του. Διεργασίες και πολύ συχνά συγκρούσεις ιδεών έχουν ως αποτέλεσμα χθεσινές πεποιθήσεις να εγκαταλείπονται και νέες να λαμβάνουν τη θέση τους. Αυτές οι συγκρούσεις και οι ζυμώσεις καταλήγουν σε μία συνεχή απόσταξη του περιεχομένου της γνώσεως του ανθρώπου.
Κατά την διεργασία ῾῾της απόσταξης’’ αυτής απελευθερώνονται τα πιο ευγενή στοιχεία, τα οποία συλλέγοντάς τα ο άνθρωπος δημιουργεί την “ατομική του αλήθεια“. Δεν φθάσαμε όμως ακόμη στη συνείδηση, διότι πρόκειται περί θεωρητικής και μόνο γνώσεως και παραδοχής της Αλήθειας.
Η γνώση δεν είναι καθόλου ίδια με την συνείδηση. Η συνείδηση είναι μια εν δυνάμει κατάσταση που βρίσκεται πίσω από την αισθητική και νοητική κατάσταση και ενεργοποιείται από τη στιγμή που το Εγώ έχει την δυνατότητα να πειραματιστεί πάνω στο νοητικό και αισθητικό περιεχόμενο των εικόνων και των νοημάτων που βρίσκονται συσσωρευμένα στην αισθητική και νοητική κατάσταση. Κι όταν λέμε να πειραματισθεί εννοούμε να τα χρησιμοποιήσει, να τα αξιοποιήσει προς όφελος του, προς ιδίαν αυτού ικανοποίηση, όπως αναφέρεται στη διδασκαλία μας.
Όταν όμως οι εικόνες έχουν απλώς καταγραφεί και όχι τακτοποιηθεί, το Εγώ δεν μπορεί να τις πειραματιστεί. Αυτό ακριβώς το εγχαραγμένο, αλλά όχι τακτοποιημένο νοητικό και αισθητικό περιεχόμενο, η διδασκαλία μας το ονομάζει ενσυνείδητη ατομικότητα και όχι συνείδηση.
Πώς όμως θα ενεργοποιηθεί η συνείδηση για να έχει τη δυνατότητα το Εγώ να πειραματισθεί πάνω στο περιεχόμενο της νοητικής και αισθητικής κατάστασης? Πώς θα τακτοποιηθεί το νοητικό και αισθητικό περιεχόμενο της ενσυνείδητης ατομικότητάς του?
Προσέξτε τι λέει ο Διδάσκαλος μας: «H συνείδησις είναι πράξις εσωτερική της διάνοιας του ανθρώπου, ήτις παράγεται υπό της αναλογίας των διαφόρων φύσεων αίτινες δημιουργούνται διά της παραβολής των διαφόρων αντικειμένων τα οποία υποπίπτουν εις τας αισθήσεις, και της αναλογίας παντός ό,τι τον περιβάλλει και εν παραβολή με τον ίδιον τον εαυτόν του.»
Aναμφισβήτητο είναι ότι ένα παράδειγμα η μια εμπειρία δεν επαρκεί για να δημιουργήσουν τη πείρα, τη κρίση, τη γνώση και τη συνείδηση. Για τούτο είναι απαραίτητο σωρεία περιπτώσεων να καταστεί για τον άνθρωπο αντικείμενο έρευνας.
Έτσι από ζώον ο άνθρωπος αποβαίνει ον με ιδιότητες, που το διακρίνουν από τα άλλα ζώα και οι οποίες ιδιότητες είναι: διά της εμπειρίας η κρίση, διά της κρίσεως η γνώση και της συσσωρεύσεως των τριών τούτων, η συνείδηση.»
Παρατηρούμε ότι ομιλεί για αναλογία φύσεων και όχι παραβολή αντικειμένων. Με την λέξη «φύση» θα μπορούσαμε να εννοήσουμε την ιδέα η το αίτιο που υποκρύπτεται στα πράγματα και τις καταστάσεις και το οποίο δίδει κίνηση προς ένα δημιουργικό και επωφελές αποτέλεσμα. Αυτή λοιπόν η φύση ανάγεται στη συνείδηση, ενώ η παραβολή των αντικειμένων ανάγεται στη γνώση.
Σ᾽αυτό το στάδιο λοιπόν βρισκόμαστε όλοι μας, αυτή τη χρονική περίοδο, με αυτά που συμβαίνουν στην ανθρωπότητα. Ο καθένας δηλαδή αντιμετωπίζει και ερμηνεύει τα γεγονότα σύμφωνα με την ατομική του αλήθεια, σύμφωνα με το απόθεμα της γνώσης που έχει δημιουργήσει και το οποίο πρέπει, χρησιμοποιώντας το, να οδηγηθεί στη συνείδηση.
Η ατομική όμως γνώση της Αλήθειας για να μετουσιωθεί σε συνείδηση θα πρέπει, όπως είπαμε, να είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε το Εγώ να μπορεί να πειραματισθεί πάνω της και για να γίνει αυτό πρέπει ο άνθρωπος να βιώνει καθημερινά, ολοκληρωτικά, σταθερά και μόνιμα, ανεξάρτητα από δυσκολίες και θυσίες που απαιτούνται, όλα τα ευγενή στοιχεία που ευρίσκονται ως περιεχόμενο της γνώσεώς του.
Μόνον έτσι θα εισέλθει στη κατάσταση της συνείδησης, που είναι η ελευθερία και ανεξαρτησία του όντος του, το οποίο πλέον διαθέτει στην υπηρεσία των πολλών.
Και τα στοιχεία τα οποία θα συνθέσουν τη συνείδησή του είναι όλα τα παράγωγα της Αγάπης, δηλαδή καλοσύνη, συγχωρητικότητα, καρτερικότητα, πραότητα, επιείκεια, κατανόηση κτλ και όλα τα παράγωγα της Σοφίας, δηλαδή δικαιοσύνη, ευθύτητα, σύνεση, τάξη, εντιμότητα, ταπεινοφροσύνη, συνέπεια κλπ. Κι όλα αυτά, δια της συνεχούς και σταθερής εμπράκτου εκφράσεως προς τους συνανθρώπους, είτε σε προσωπικό επίπεδο, είτε προς την κοινωνία.
Αυτό είναι το θαύμα της αναστάσεως του ανθρώπου. Είναι το θαύμα της δεύτερης γεννήσεώς του, της εκ πνεύματος γεννήσεώς του. Στο στάδιο αυτό κατανοεί ότι η θέση του στη δημιουργία είναι ανώτερη από εκείνη του πρώϊμου σταδίου της γήινης διαδρομής του, με τη συγκέντρωση γνώσεων, μέσω της μίμησης και της μάθησης.
Αν δεν κατανοήσει και δεν εκμεταλλευθεί τη νέα αυτή δυνατότητα που ανοίγεται μπροστά του και δεν μετουσιώσει τη γνώση, που με κάθε τρόπο συγκεντρώνει, θα παραμείνει απλά στη γνώση, η οποία δεν θα γίνει συνείδηση, αποστερώντας έτσι από το ον του την ευκαιρία και την δυνατότητα να αποκτήσει και να διατηρήσει τη συνείδηση από την πρωτόγνωρη αυτή δοκιμασία που υφιστάμεθα.
Διότι, αδελφοί μου, θα πρέπει να ξέρουμε ότι η γνώση, έχει περιορισμένη διάρκεια κι αποκτά υπόσταση μόνον από τη στιγμή που θα γίνει συνείδηση. Διαφορετικά θα ξεχασθεί και θα χαθεί, όπως θα χαθούμε κι εμείς, οι οποίοι δεν μπορέσαμε να προσφέρουμε μια ωφέλεια στο ον μας, αλλά απλά το ιδιοποιηθήκαμε για τις μικρότητές μας.
Επομένως, τώρα είναι η ευκαιρία, το αποθησαυρισμένο αυτό απαύγασμα του περιεχομένου της νοητικής και αισθητικής μας κατάστασης, να το δοκιμάσουμε στη πράξη, στο καμίνι της σημερινής μας κρίσης και να το κάνουμε συνείδηση, χρησιμοποιώντας όλα τα ποιοτικά γνωρίσματα της Αγάπης και της Σοφίας.
Και τότε, όπως αναφέρει ο ΥΜΤ Γεώργιος Αγάθος, η συνείδηση θα είναι: «………..το νοητικό μας κριτήριο. Ο Άρειος πάγος που εδρεύει σε κάθε άνθρωπο, με ανώτατους λειτουργούς τις ιδιότητες της Νόησης και του Αίσθους, και που μπροστά του περνούν, σαν σε κινηματογραφική οθόνη, όλες οι σκέψεις και πράξεις, είτε δικές μας είτε των άλλων. Είναι αυτός που μας επιτρέπει να κατατάσσουμε σκέψεις και πράξεις σε δυο κατηγορίες, ανάλογα με την ηθική και νοητική μας εξέλιξη».
Δηλαδή αυτό που λέμε συνείδηση είναι το απόσταγμα της όλης υλικής, ψυχικής και πνευματικής προσπάθειας του ανθρώπου που αναζητά την Αλήθεια. Είναι η κατάσταση που δίδει την δυνατότητα στο ανθρώπινο ον να αντιλαμβάνεται την Αλήθεια, να την ζει και να δρα με γνώμονα αυτήν.

